"Είμαι έγκυος" σου είπα ούσα σίγουρη πως θα χαιρόσουν κι όμως δεν έγινε έτσι... "Πώς έγινε;" με ρώτησες, "αφού προσέχαμε"... Και δεν πίστεψες... Σου ορκιζόμουν πως δεν είχα πάει με αλλον, μα δεν με πίστευες... Και μ' έδιωξες...
... Και με καποια τρελή σύμπτωση ο γιατρός μου είπε πως αν το ρίξω, δεν θα μπορέσω ποτέ να κάνω παιδί... Ότι είναι η μοναδική και τελευταία μου φορά... Και μιας και από την αρχή σε ήθελα για πατέρα των παιδιών μου, το κράτησα! Και πέρασα όσες δυσκολίες περνάει μία ανύπαντρη μάνα κι ακόμη περισσότερες, δεδομένου πως είχα γυναικολογικό πρόβλημα και το ήξερες... Και τελικά γέννησα... Ένα υπέροχο πλάσμα, ξανθό με μπουκλάκια...
Και το μεγάλωσα και το ονόμασα Αλίκη, για το παραμύθι... Δεν την βάφτισα όπως σου έλεγα γιατί δεν ήσουν μαζί μου κι εκείνο το όνομα το είχα διαλέξει εμπνευσμένη από σένα... Την είπα Αλίκη, των παραμυθιών... Γιατί αυτό ήταν : ένα παραμύθι!!! Ένα τέλειο πλάσμα που δεν με ενόχλησε ούτε για μία στιγμή... Μέχρι που πήγε σχολείο... Και άρχισε να με ρωτάει για τον μπαμπά της... Πού είναι, πώς τον λένε, γιατί δεν τον βλέπει... Και της είπα πως τον είχαμε χάσει, δεν υπήρχε...
... Και σε βλέπω μετά από 6 χρόνια. Είμαι στη μαρίνα Φλοίσβου, στο παγοδρόμιο με την μικρή και παίζουμε στον πάγο κι εσύ περνάς με τον Πρόεδρο. Και σε βλέπω, με κοιτάς και σταματάς... Κι όσο κι αν θέλω να μην σου μιλήσω, πλησιάζω την έξοδο και τελικά σε χαιρετάω... Κι έρχεται και η Αλίκη κοντά μου...
"Τι κάνεις;" με ρωτάς και σου απαντάω "Καλά είμαι", μου δείχνεις την μικρή και με ρωτάς "Αυτό τι είναι;" "Η κόρη μου" σου απαντάω, " ο μπαμπάς της;" με ρωτάς... "Δεν έχει" σου απαντάω. "Πέθανε;" ρωτάς διστακτικά... "Όχι" σου λέω, "δεν την αναγνώρισε ποτέ"... Και κολλάς... "Το μαγαζί πώς πάει;" σε ρωτάω σπάζοντας τον πάγο... "Το τρέχει ο Α. μου απαντάς, εγώ είμαι μόνιμα Αθήνα. Άνοιξα μαγαζί στην Ιερά Οδό." "Ναι, νομίζω το είδα" σου λέω κι όντως το είχα δει περνώντας τις προάλλες.
"Χάρηκα που σε είδα" σου λέω και πάω να φύγω. "Παντρεύτηκες;" με ρωτάς και κολλάω. "Όχι, δεν μου χρειάστηκε ποτέ" σου απαντάω και σε ρωτάω : "Εσύ;". "Όχι" μου λες και πάω να φύγω και με σταματάς. "Το κινητό σου ισχύει;" με ρωτάς διστακτικά. "Όχι" σου απαντάω και φεύγω. Και με πιάνεις από το χέρι και με σταματάς... Και σε κοιτάζω και θυμάμαι πόσο με πλήγωσες όταν έφυγες... τότε... και δεν μπορώ να νιώσω κάτι πέρα από θλίψη και πόνο και παίρνω το χέρι μου κι απομακρύνομαι...
... Δεν υπάρχεις, δεν σε είδα ποτέ... Συνεχίζω την ζωή μου ξέρω να ζω και δεν σε σκέφτομαι πια... Και η μικρή δεν σε αναφέρει πια... Ίσως της λείπει η πατρική φιγούρα, αλλά δεν το λέει. Κι όλα κυλούν φυσιολογικά!
... Και ξαφνικά, ξυπνάω ιδρωμένη! Όνειρο ήταν κι αυτό, όπως και πολλά άλλα τρελά που βλέπω κατά καιρούς... Όνειρο ήταν και δεν "παίζει" να γίνει αληθινό... Ποτέ δεν θα με αφήσεις μόνη μου σε κάτι τέτοιο! Ποτέ δεν θα σκεφτείς πως το παιδί που κουβαλάω ΔΕΝ είναι δικό σου! Και το ξέρω!





