...Γεμίζω μαύρα ρούχα την βαλίτσα και μου φαίνεται αδιανόητο πως συνέβη στην οικογένειά μου αυτό...
Το μυαλό μου ταξιδεύει σε πολύ παλιά μονοπάτια αναμνήσεων και χάνεται. Τον θυμάμαι να μου φωνάζει γιατί μπέρδευα την μπύρα με την ρετσίνα και μου λείπει τόσο πολύ αυτή η φωνή! Όταν ήθελε πλύσιμο το αγροτικό και πάντα το έκανα εγώ... Μου άρεσε να το πλένω γιατί ήταν τόσο βρώμικο και μετά φαινόταν έντονα η δουλειά που είχα κάνει.
Το γέλιο του... Τόσο δυνατό! Ακόμα τον ακούω να γελάει όταν δήλωσα πως ζήλευα τον Ρεξ που έτρωγε κάθε μέρα μακαρόνια... Τα γενέθλιά του, που ποτέ δεν μας έλεγε πότε είναι ακριβώς κι όποτε ήθελε τα γιόρταζε...
Τριγύριζε μέχρι το βράδυ στο κτήμα, βρίσκοντας συνεχώς κάτι να απασχοληθεί, κάτι να φυτέψει, κάτι να σκαλίσει, να ποτίσει... Μέχρι που έχασε την όρασή του, κάπου χωμένος ήταν και όλο κάτι καλλιεργούσε.
Κι όταν μου έλεγε πως θα πεθάνει, γέλαγα και του έλεγα πως θα περιμένει να παντρευτώ πρώτα και δεν μίλαγε, μόνο χαμογέλαγε. Προχτές που τον αποχαιρέτησα, μου είπε πως δεν θα τον ξαναδώ... "Μην λες τέτοια" του είπα, αλλά ήμουν σίγουρη πως κάτι παραπάνω ήξερε, κάτι ένιωθε... Και να που μας έφυγε...
Θα σε θυμάμαι πάντα με την τραγιάσκα και το μπαστουνάκι σου, δυνατό και λυγερό, έτοιμο να βάλεις τις φωνές. Αυτή την ανάμνηση θα κρατήσω κι όχι τις πιο πρόσφατες. Αυτός ήταν ο παππούς μου, "σαν κι εσένα δεν έχω" του είπα πριν φύγω και χαίρομαι που πρόλαβε να το ακούσει...





