
Ρίχνεις ποτέ καμιά ματιά σε εκείνα;
Κοιτάς πίσω σου καμιά φορά;
Όχι από φόβο, μήπως οι σκιές που σε ακολουθούν μεγαλώνουν, αλλά για να θυμηθείς.
Στο λιοπύρι ενός φθινοπωρινού-καλοκαιρινού μεσημεριού έβαλα όπισθεν χαλαρά.
Πώς με άντεχα τόσους μήνες; Πώς με άντεχαν οι γύρω; Όχι οι περαστικοί κι αδιάφοροι, ταξιδευτές που έκαναν μία στάση, αλλά όσοι με αγαπάνε και νοιάζονται πραγματικά. Αυτοί! πώς με άντεχαν; Να ζω κάθε μέρα κι ένα διαφορετικό παραμύθι... Να λέω κάθε μέρα πως σε ξέχασα και σε ξεπέρασα επειδή αυτό ή εξαιτίας του άλλου... Πώς;
Με πίστευαν άραγε; Υπήρξε έστω και μία στιγμή που με πίστεψαν; Μήπως μέσα τους σκεφτόντουσαν πόσο θλιμμένη πρέπει να νιώθω ή πότε θα καταφέρω επιτέλους να σταματήσω να πονάω;
... Ήρθε το απόγευμα κι εγώ ακόμα εκεί... Στο αμάξι με χαλαρή πορεία προς τα πίσω...Το κατάλαβα από το τασάκι που διαμαρτυρόταν για τις γόπες που προσπαθούσα να χωρέσω μέσα του και τις πέταγε απ' έξω.
Με βαρέθηκα! Δεν θέλω κανέναν δίπλα μου στο ταξίδι μου. Η βροχή και το σκοτάδι θα με συντροφεύουν, αχώριστοι φίλοι κι αγαπημένοι.
Πάτησα φρένο απότομα κι ο EFG πετάχτηκε μπροστά, φωνάζοντάς μου:
"Εϊ, εσύ εκεί! Όταν μάθεις τον εαυτό σου να θέλει μόνο ό,τι του αξίζει, θα πάψεις επιτέλους να ζητάς τις μισές χαρές και τις μισές ζωές των άλλων; Έι, εσύ εκεί! Με άκουσες;"
No comments:
Post a Comment